Επικοινωνήστε με τον ιατρό ή κλείστε ραντεβού.
Ο καρκίνος του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος (UTUC) αφορά όγκους που εμφανίζονται στην επένδυση της νεφρικής πυέλου ή του ουρητήρα. Αν και μοιάζει βιολογικά με τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης, θεωρείται πιο σπάνιος και συχνά απαιτεί διαφορετική προσέγγιση. Θεωρείται ως πιο επικίνδυνος από τον αντίστοιχο της ουροδόχου κύστης, γιατί είναι ήδη διηθητικός κατά τη διάγνωση στο 60% και η βασική αιτία γι’ αυτό είναι το λεπτό μυϊκό τοίχωμα της αποχετευτικής μοίρας.
Ο καρκίνος του ανώτερου ουροποιητικού έχει τους ίδιους παράγοντες κινδύνου με αυτόν της ουροδόχου κύστης, αφού τόσο η αποχετευτική μοίρα όσο και η ουροδόχος κύστη επενδύονται από τον ίδιο τύπο κυττάρων (μεταβατικό επιθήλιο).
Στα αρχικά στάδια, ο καρκίνος αυτός μπορεί να είναι σιωπηλός. Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, τα πιο συνηθισμένα είναι:
Για τη διάγνωση ο ουρολόγος θα χρειαστεί ένα λεπτομερές ιστορικό, την κλινική εξέταση του ασθενούς και μία σειρά εξετάσεων όπως Γενική ούρων & Καλλιέργεια Ούρων & Αιματολογικές εξετάσεις. Ακόμη:
Aποτελεί βασική εξέταση, γιατί επιτρέπει την εκτίμηση της ανατομίας και λειτουργίας του ουροποιητικού, δίνει πληροφορίες για την ενδεχόμενη παρουσία πιθανού νεοπλάσματος αποχετευτικής μοίρας, για διάταση του ανώτερου ουροποιητικού και για πιθανή τοπική διήθηση και για την παρουσία ύποπτων λεμφαδένων.
Είναι μία εξέταση που μας επιτρέπει να εντοπίσουμε στα ούρα αν υπάρχουν παθολογικά (καρκινικά) κύτταρα. Μπορεί να ανιχνεύσει καλύτερα επιθετικές, υψηλού βαθμού κακοήθειας, μορφές καρκίνου ενώ όταν ο καρκίνος είναι μικρός ή είναι σε πολύ αρχικό στάδιο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μη μπορεί να τον ανιχνεύσει.
Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διαγνωστικής προσέγγισης και ο σκοπός της είναι να αναδείξει τυχόν σύγχρονο καρκίνο στην ουροδόχο κύστη (8 – 13%) ή μόρφωμα που εξέρχεται του ουρητηρικού στομίου.
Είναι μία ενδοσκοπική, χωρίς τομές στο δέρμα, διαγνωστική μέθοδος με την οποία ο γιατρός έχει τη δυνατότητα διαμέσου της ουρήθρας και της ουροδόχου κύστης να εξετάσει τον ουρητήρα σε όλο του το μήκος.
Επικοινωνήστε με τον ιατρό ή κλείστε ραντεβού.
Η θεραπεία έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με στόχο όχι μόνο την ίαση αλλά και τη διατήρηση της νεφρικής λειτουργίας όπου αυτό είναι εφικτό. Η επιλογή της μεθόδου εξαρτάται από τα επιμέρους χαρακτηριστικά του νεοπλάσματος, που τον διαχωρίζει σε χαμηλού και υψηλού κινδύνου (φυσικά κι από το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς).
Ως ασθενείς χαμηλού κινδύνου θεωρούνται αυτοί που έχουν ένα μονήρες μόρφωμα, κάτω των δύο εκατοστών, με χαμηλού βαθμού (low grade) κυτταρολογική ούρων, συνδυαστικά με μία επίσης χαμηλού βαθμού ιστολογική (βιοψία) και χωρίς στοιχεία στην αξονική, που να συνηγορούν υπέρ διηθητικής νόσου.
Αντιθέτως ασθενείς με στοιχεία διήθησης και/ή υδρονέφρωσης ή πολλαπλές εντοπίσεις ή όγκο άνω των δύο εκατοστών ή υψηλού βαθμού κακοήθειας στην ιστολογική ή την κυτταρολογική εξέταση ή ιστορικό ριζικής κυστεκτομής για υψηλόβαθμο νεόπλασμα ουροδόχου κύστης χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου.
Ο διαχωρισμός αυτός, μαζί με το υπόλοιπο ιατρικό ιστορικό, είναι απαραίτητος για να μπορέσει να γίνει η επιλογή εκείνων των ασθενών, που μπορούν να αντιμετωπιστούν με πιο συντηρητικές μεθόδους (αφαίρεση του όγκου ενδοσκοπικά με Laser) και με κύριο σκοπό τη διατήρηση του νεφρού τους.
Επέμβαση εκλογής για όγκους υψηλού κινδύνου. Αφαιρείται ο νεφρός, ο ουρητήρας και ένα μικρό τμήμα της κύστης (εκτομή του στομίου). Πλέον γίνεται συνήθως λαπαροσκοπικά ή ρομποτικά, προσφέροντας ταχύτερη ανάρρωση.
Ενδοσκοπική αφαίρεση με Laser: Μέσω ουρητηροσκόπησης, ο γιατρός καυτηριάζει τον όγκο. Ενδείκνυται για μικρούς όγκους χαμηλής κακοήθειας ή για ασθενείς με έναν μόνο νεφρό.
Τμηματική ουρητηρεκτομή: Αφαίρεση μόνο του τμήματος του ουρητήρα που έχει τον όγκο και επανασύνδεση των άκρων.
Μετά από μια ενδοσκοπική αφαίρεση, μπορούν να χορηγηθούν φάρμακα απευθείας στη νεφρική πύελο ή τον ουρητήρα:
Χρησιμοποιούνται κυρίως σε πιο προχωρημένα στάδια ή προληπτικά:
Επικουρική Χημειοθεραπεία: Χορηγείται μετά το χειρουργείο για να μειώσει την πιθανότητα επανεμφάνισης, ειδικά αν ο όγκος ήταν επιθετικός.
Προεγχειρητική Χημειοθεραπεία: Χορηγείται πριν το χειρουργείο για να “συρρικνώσει” τον όγκο και να διευκολύνει την αφαίρεση.
Ανοσοθεραπεία: Φάρμακα που βοηθούν το δικό σας ανοσοποιητικό σύστημα να επιτεθεί στα καρκινικά κύτταρα. Χρησιμοποιείται συχνά αν η χημειοθεραπεία δεν είναι αποτελεσματική ή αν ο ασθενής δεν μπορεί να τη λάβει.
Μετά την ολοκλήρωση της αρχικής θεραπείας (είτε πρόκειται για χειρουργείο είτε για ενδοσκοπική επέμβαση), ξεκινά η φάση της συστηματικής παρακολούθησης (Follow-up). Αυτό είναι το πιο κρίσιμο στάδιο, καθώς ο καρκίνος του ανώτερου ουροποιητικού έχει υψηλά ποσοστά υποτροπής, ιδιαίτερα μέσα στην ουροδόχο κύστη.
Ο ουρολόγος σας θα ορίσει ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα εξετάσεων, το οποίο συνήθως είναι πιο πυκνό τα πρώτα 2 χρόνια (π.χ. κάθε 3 – 6 μήνες) και αραιώνει στη συνέχεια.
Αν έχετε υποβληθεί σε νεφροουρητηρεκτομή, ο άλλος νεφρός αναλαμβάνει όλη τη δουλειά. Είναι ζωτικής σημασίας να τον προστατεύσετε:
Συμβουλές και καθοδήγηση για τη ζωή από εδώ και πέρα. Διαβάστε το άρθρο εδώ:
Η υποτροπή μπορεί να προληφθεί ή να καθυστερήσει με συγκεκριμένες αλλαγές:
Αν παρατηρήσετε κάποιο από τα παρακάτω, επικοινωνήστε άμεσα με τον γιατρό σας, ακόμα και αν δεν είναι η ώρα για το προγραμματισμένο ραντεβού σας: